ευνίκητος

εὐνίκητος, -ον, δωρ. τ. εὐνίκατος, -ον (Α)
αυτός που νικιέται εύκολα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐνίκητος — εὐνί̱κητος , εὐνίκητος easily overcome masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνίκητον — εὐνί̱κητον , εὐνίκητος easily overcome masc/fem acc sg εὐνί̱κητον , εὐνίκητος easily overcome neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνικητοτάτη — εὐνῑκητοτάτη , εὐνίκητος easily overcome fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνίκητοι — εὐνί̱κητοι , εὐνίκητος easily overcome masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.